Μετάφραση του "impotent" σε Ελληνικά
Το ανίκανος είναι η μετάφραση του "impotent" σε Ελληνικά.
impotent
Adjective
γραμματική
Unfähig eine Erektion des Penis zu erzielen bzw. beizubehalten.
-
ανίκανος
adjectiveMein Mann ist impotent. Was soll ich tun?
Ο άντρας μου είναι ανίκανος. Τι να κάνω;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impotent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη