Μετάφραση του "impotent" σε Ελληνικά

Το ανίκανος είναι η μετάφραση του "impotent" σε Ελληνικά.

impotent Adjective γραμματική

Unfähig eine Erektion des Penis zu erzielen bzw. beizubehalten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανίκανος

    adjective

    Mein Mann ist impotent. Was soll ich tun?

    Ο άντρας μου είναι ανίκανος. Τι να κάνω;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impotent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impotent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη