Μετάφραση του "in" σε Ελληνικά
Οι μέσα, σε, προς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά.
in
adjective
adposition
γραμματική
rein (umgangssprachlich) [..]
-
μέσα
adverb adpositionεσωτερικό χώρου ή αντικειμένου [..]
Er kann mich kaum in sich halten, ohne plötzlich in Flammen aufzugehen.
Με το ζόρι μπορεί να με κρατήσει μέσα του, χωρίς να αυτοαναφλεγεί.
-
σε
adpositionNiemand hat mir gesagt, was wir in diesem Brief schrieben.
Κανένας δε μου είπε, τι γράφαμε σε αυτό το γράμμα.
-
προς
adpositionAlle gelenkten Räder müssen sich in Geradeausstellung befinden.
Κάθε κατευθυντήριος τροχός πρέπει να είναι στραμμένος κατευθείαν προς τα εμπρός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εις
- in
- εντός
- στα
- στη
- στις
- στο
- στον
- στους
- εν
- στην
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " in " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "in"
Φράσεις παρόμοιες με "in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπάντητη κλήση
-
προσαρμοσμένη προσθήκη
-
σε ποια κατεύθυνση;
-
ιατρικές εφαρμογές της πληροφορικής
-
Τιμητικά ψευδώνυμα μουσικών
-
περνώ στην επίθεση
-
Besteht darin (klingt besser) _ liegt darin oder das Problem liegt an dieser Stelle · έγκειται _ βρίσκεται _ έγκυτε_ έγκειτε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη