Μετάφραση του "in" σε Ελληνικά

Οι μέσα, σε, προς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά.

in adjective adposition γραμματική

rein (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέσα

    adverb adposition

    εσωτερικό χώρου ή αντικειμένου [..]

    Er kann mich kaum in sich halten, ohne plötzlich in Flammen aufzugehen.

    Με το ζόρι μπορεί να με κρατήσει μέσα του, χωρίς να αυτοαναφλεγεί.

  • σε

    adposition

    Niemand hat mir gesagt, was wir in diesem Brief schrieben.

    Κανένας δε μου είπε, τι γράφαμε σε αυτό το γράμμα.

  • προς

    adposition

    Alle gelenkten Räder müssen sich in Geradeausstellung befinden.

    Κάθε κατευθυντήριος τροχός πρέπει να είναι στραμμένος κατευθείαν προς τα εμπρός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εις
    • in
    • εντός
    • στα
    • στη
    • στις
    • στο
    • στον
    • στους
    • εν
    • στην
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " in " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "in"

Φράσεις παρόμοιες με "in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη