Μετάφραση του "inexistent" σε Ελληνικά
Το ανύπαρκτος είναι η μετάφραση του "inexistent" σε Ελληνικά.
inexistent
Adjective
γραμματική
-
ανύπαρκτος
AdjectiveUnter diesen Umständen sei der Wettbewerb im Rahmen der Kontingentierungsregelungen äußerst eingeschränkt, wenn nicht sogar völlig inexistent gewesen.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ανταγωνισμός μειώθηκε υπερβολικά, μάλιστα δε ήταν σχεδόν ανύπαρκτος στο πλαίσιο των καθεστώτων ποσοστώσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inexistent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη