Μετάφραση του "initialisieren" σε Ελληνικά
Οι αρχικοποιώ, προετοιμάζω, δίνω αρχική τιμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initialisieren" σε Ελληνικά.
initialisieren
verb
γραμματική
anwerfen (umgangssprachlich)
-
αρχικοποιώ
feminine -
προετοιμάζω
verb -
δίνω αρχική τιμή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " initialisieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη