Μετάφραση του "insgesamt" σε Ελληνικά

Οι σύνολο, συνολικά, εν συνόλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insgesamt" σε Ελληνικά.

insgesamt adverb

summa summarum (lat.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνολο

    noun neuter

    Sie waren somit, gleichgültig, ob einzeln oder insgesamt betrachtet, unangemessen.

    Θεωρούμενες μεμονωμένως ή στο σύνολό τους, οι ρήτρες αυτές ήταν ανεπιεικείς.

  • συνολικά

    adverb

    Die Zahl solcher Fälle ist zwar insgesamt gering, doch diese Situationen treten in überaus sensiblen Gebieten auf.

    Μολονότι αυτό αφορά έναν συνολικά μικρό αριθμό περιπτώσεων, αυτές οι καταστάσεις εμφανίζονται σε πολύ ευαίσθητους τομείς.

  • εν συνόλω

    Ganz im Gegenteil wird dieser Schritt den betreffenden Ländern neue Chancen eröffnen und sich insgesamt positiv für sie auswirken.

    Απεναντίας, θα τους προσφέρει νέες ευκαιρίες και θα επιφέρει εν συνόλω θετικά αποτελέσματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • το σύνολο
    • το όλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insgesamt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insgesamt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη