Μετάφραση του "integral" σε Ελληνικά

Οι ολόκληρος, αναπόσπαστος, ολοκλήρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "integral" σε Ελληνικά.

integral

nicht (mehr) wegzudenken

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολόκληρος

    adjective masculine
  • αναπόσπαστος

    Adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " integral " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Integral noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολοκλήρωμα

    noun neuter

    Rechenoperation

    Berechnung als Integral des berechneten Leistungsaustauschs über die unter Absatz 5 Buchstabe a genannten Zeiträume.

    ως το ολοκλήρωμα της υπολογιζόμενης ανταλλαγής ισχύος για τις περιόδους της παραγράφου 5 στοιχείο α).

  • ακέραιος

    adjective masculine

Φράσεις παρόμοιες με "integral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "integral" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη