Μετάφραση του "intransigent" σε Ελληνικά

Το αδιάλλακτος είναι η μετάφραση του "intransigent" σε Ελληνικά.

intransigent Adjective γραμματική

Nicht bereit einen Kompromiss einzugehen oder seine Haltung zu mäßigen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάλλακτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intransigent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intransigent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη