Μετάφραση του "isoliert" σε Ελληνικά
Το μεμονωμένος είναι η μετάφραση του "isoliert" σε Ελληνικά.
isoliert
adjective
verb
γραμματική
tot (umgangssprachlich) [..]
-
μεμονωμένος
Die Überprüfung darf im Programmierungsverfahren nicht isoliert stattfinden.
Οι έλεγχοι δεν πρέπει να αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά στη διαδικασία προγραμματισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isoliert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isoliert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απομονωμένη γλώσσα · απομονωμένη γλώσσα
-
περιβάλλον απομονωμένης ανάπτυξης
-
απομονωμένοι χώροι αποθήκευσης
-
αποκλείνω · απομονώνω · μονώνω
-
μαθηματική μοναδικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη