Μετάφραση του "isoliert" σε Ελληνικά

Το μεμονωμένος είναι η μετάφραση του "isoliert" σε Ελληνικά.

isoliert adjective verb γραμματική

tot (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεμονωμένος

    Die Überprüfung darf im Programmierungsverfahren nicht isoliert stattfinden.

    Οι έλεγχοι δεν πρέπει να αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά στη διαδικασία προγραμματισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isoliert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "isoliert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isoliert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη