Μετάφραση του "jagen" σε Ελληνικά

Οι κυνηγώ, καταδιώκω, τρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jagen" σε Ελληνικά.

jagen verb γραμματική

wetzen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνηγώ

    verb

    Wild zusammentreiben und (gewöhnlich) töten.

    Er ist ein Löwe, den ich stolz bin zu jagen.

    Είναι ένα λιοντάρι που είμαι περήφανος να κυνηγώ.

  • καταδιώκω

    verb

    Er wird euch jagen und einzeln aufhängen lassen.

    Και θα έρθει καταδιώκοντας σας κάτω να κρεμάσει κάθε έναν από εσάς.

  • τρέχω

    verb

    Dennoch sagte er, er „jage“ einer Sache nach, die er noch nicht „empfangen“ habe.

    Όμως είπε ότι «τρέχω όμως κατόπιν» σε κάτι που δεν είχε «λάβει» ακόμη.

  • θηρεύω

    verb

    — frei lebende Vogelarten, die für den menschlichen Verzehr gejagt werden.

    — άγρια πτηνά που θηρεύονται για ανθρώπινη κατανάλωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jagen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jagen"

Φράσεις παρόμοιες με "jagen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jagen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη