Μετάφραση του "japanisch" σε Ελληνικά

Οι ιαπωνικός, γιαπωνέζικος, ιαπωνέζικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "japanisch" σε Ελληνικά.

japanisch adjective γραμματική

Aus Japan stammend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιαπωνικός

    adjective

    Als die japanische Armee 1945 abzog, wurde er hier eingeschlossen.

    Όταν ο ιαπωνικός στρατός αποσύρθηκε το 1945, εγκλωβίστηκε μέσα.

  • γιαπωνέζικος

    adjective

    Ein Ideogramm ist zum Beispiel die japanische Bildsprache.

    Το ιδεογράφημα είναι σαν τη ζωγραφική με πινέλο, ένας γιαπωνέζικος πίνακας με πινέλο.

  • ιαπωνέζικος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ιαπωνικός
    • ιάπωνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " japanisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Japanisch proper neuter γραμματική

Eine Sprache, die hauptsächlich in Japan gesprochen wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιαπωνικά

    noun proper neuter

    Eine Sprache, die hauptsächlich in Japan gesprochen wird.

    Es ist vierzig Jahre her, seit ich angefangen habe, Japanisch zu lernen.

    Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να μαθαίνω ιαπωνικά.

  • Ιαπωνικά

    Es ist vierzig Jahre her, seit ich angefangen habe, Japanisch zu lernen.

    Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να μαθαίνω ιαπωνικά.

  • ιαπωνικός

    adjective

    Als die japanische Armee 1945 abzog, wurde er hier eingeschlossen.

    Όταν ο ιαπωνικός στρατός αποσύρθηκε το 1945, εγκλωβίστηκε μέσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Γιαπωνέζικα
    • ιαπωνική γλώσσα
    • Ιάπωνας
    • γιαπωνέζικος

Εικόνες με "japanisch"

Φράσεις παρόμοιες με "japanisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "japanisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη