Μετάφραση του "judikative" σε Ελληνικά
Οι Δικαστική αρχή, δικαστική εξουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "judikative" σε Ελληνικά.
Judikative
noun
Noun
feminine
γραμματική
rechtssprechende Gewalt (fachsprachlich)
-
Δικαστική αρχή
rechtsprechende Gewalt
-
δικαστική εξουσία
Herkömmlicherweise sind dies die Legislative, die Exekutive und die Judikative.
Παραδοσιακά, πρόκειται για τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " judikative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "judikative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
η δικαστική εξουσία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη