Μετάφραση του "kalender" σε Ελληνικά

Οι ημερολόγιο, μπερολόγιο, ημερολογιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kalender" σε Ελληνικά.

Kalender noun masculine γραμματική

Jahrweiser (veraltend)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ημερολόγιο

    noun neuter

    Der Kalender hängt an der Wand.

    Το ημερολόγιο κρέμεται στον τοίχο.

  • μπερολόγιο

  • ημερολογιο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ημερολόγιο
    • ημεροδείκτης
    • καλαντάρι
    • εορτολόγιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kalender " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kalender" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kalender" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη