Μετάφραση του "karitativ" σε Ελληνικά
Οι φιλανθρωπικός, αγαθοεργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karitativ" σε Ελληνικά.
karitativ
Adjective
adjective
γραμματική
um Gotteslohn (gehoben)
-
φιλανθρωπικός
adjectiveIm Rahmen dieser Tätigkeit handelt eine Bankstiftung als wohltätige oder karitative Einrichtung und nicht als Unternehmen.
Στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητας, το τραπεζικό ίδρυμα ενεργεί ως φιλανθρωπικός οργανισμός και όχι ως επιχείρηση.
-
αγαθοεργός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " karitativ " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη