Μετάφραση του "keller" σε Ελληνικά

Οι κελλάρι, υπόγειο, κελάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keller" σε Ελληνικά.

keller
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κελλάρι

    noun

    Frau Fessier schaffte es, alle im keller zu verstecken.

    Η Madam Favier μπόρεσε να τους κατεβάσει όλους στο κελλάρι. A!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Keller noun proper masculine γραμματική

Stapel (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόγειο

    noun neuter

    unter der Erde liegendes geschlossenes Gebäudebauteil [..]

    Ich werde im Keller sein.

    Θα είμαι στο υπόγειο.

  • κελάρι

    noun neuter

    Die kürzesten durchsuchen den Keller und so weiter bis nach oben.

    Τα δύο πρώτα μικρά θα ψάξουν στο κελάρι και τα τα επόμενα πιο πάνω.

  • αποθήκη

    noun

    Die haben im Keller so dieses besondere Zeug.

    Έχουν μια αποθήκη όπου φυλάνε κάποια πιο εξειδικευμένα πράγματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάβα
    • κελλάρι

Εικόνες με "keller"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη