Μετάφραση του "keramik" σε Ελληνικά

Οι κεραμικός, κεραμική, αγγειοπλαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keramik" σε Ελληνικά.

keramik
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεραμικός

    adjective

    Hitzeschilde und Bestandteile hierfür, hergestellt aus Keramik oder wärmeableitendem Material;

    Θερμικοί θώρακες και συστατικά μέρη τους κατασκευασμένοι από κεραμικά ή θερμοαπαγωγά υλικά,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keramik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Keramik noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεραμική

    noun feminine

    Hitzeschilde und Bestandteile hierfür, hergestellt aus Keramik oder wärmeableitendem Material;

    Θερμικοί θώρακες και συστατικά μέρη τους κατασκευασμένοι από κεραμικά ή θερμοαπαγωγά υλικά,

  • αγγειοπλαστική

    noun feminine
  • κεραμευτική

    Kalender aller Art, aus Keramik, bedruckt, verziert

    Ημερολόγια από κεραμευτική ύλη, κάθε είδους, τυπωμένα, διακοσμημένα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κεραμικά
    • κεραμικά είδη
    • Κεραμική

Φράσεις παρόμοιες με "keramik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keramik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη