Μετάφραση του "keuchend" σε Ελληνικά

Το λαχανιασμένος είναι η μετάφραση του "keuchend" σε Ελληνικά.

keuchend verb

Außer Atem, Schwierigkeiten beim Atmen habend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαχανιασμένος

    und ich keuche und schwitze, habe Matsch bis zu meinen Knien,

    εγώ λαχανιασμένος και ιδρωμένος, με λάσπη μέχρι τα γόνατα,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keuchend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "keuchend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λαχάνιασμα
  • αγκομαχάω · αγκομαχώ · ασθμαίνω · λαχανιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keuchend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη