Μετάφραση του "kichern" σε Ελληνικά
Οι χαχανίζω, νευρικό γέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kichern" σε Ελληνικά.
kichern
verb
γραμματική
gickeln (umgangssprachlich)
-
χαχανίζω
verbIch kichere, lache leise, laut.
Κρυφογελώ, χαχανίζω, σκάω στα γέλια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kichern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kichern
noun
neuter
γραμματική
-
νευρικό γέλιο
Da haben beide plötzlich den gleichen Gedanken; sie fangen an zu kichern, zu lachen und fassen dann einen Entschluß.
Συγκεντρώνουν τις σκέψεις τους, και ξεσπούν σ’ ένα νευρικό γέλιο και μια απόφαση.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη