Μετάφραση του "kolonisieren" σε Ελληνικά
Οι αποικίζω, αποικίσει, αποικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kolonisieren" σε Ελληνικά.
kolonisieren
Verb
γραμματική
erschließen (Bauland, Gebiet)
-
αποικίζω
verb -
αποικίσει
Die Kuhreiher haben fünf Kontinente kolonisiert und sind sowohl mit Elefanten als auch mit Rindern gut Freund
Οι γελαδάρηδες έχουν αποικίσει πέντε ηπείρους, νιώθοντας εξίσου άνετα με τους ελέφαντες όσο και με τα βοοειδή
-
αποικώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kolonisieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη