Μετάφραση του "konjunktion" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, σύνδεσμος, σύνοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konjunktion" σε Ελληνικά.

konjunktion
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konjunktion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Konjunktion noun Noun feminine γραμματική

Die Stellung zweier Himmelskörper, wenn sie die gleiche geografische Länge haben [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    Die Verwendung der Konjunktion und" weist auf die Gleichwertigkeit der Kriterien hin.

    Η χρήση του συνδέσμου «και» υποδηλώνει την ίση αξία των κριτηρίων.

  • σύνοδος

    noun feminine

    Die Konjunktion führt zu einem Zustand der Intensivierung, der Konzentration.

    Η σύνοδος προκαλεί ένα επίπεδο επίτασης, συγκέντρωσης.

  • σύζευξη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Σύνδεσμος
    • Σύνοδος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konjunktion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη