Μετάφραση του "konkurrent" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνιστής, αντίπαλος, συναγωνιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konkurrent" σε Ελληνικά.

Konkurrent noun Noun masculine γραμματική

Ein Mann, der mit einer oder mehreren anderen Personen konkurriert. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    Und wenn er kein Konkurrent sein möchte, dann muss er meine Frage beantworten.

    Αν δεν θέλει να είναι ανταγωνιστής πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση.

  • αντίπαλος

    noun masculine

    Der zeitraubendste Konkurrent des Lesens ist wahrscheinlich das Fernsehen.

    Πιθανότατα ο πιο χρονοβόρος αντίπαλος του διαβάσματος είναι η τηλεόραση.

  • συναγωνιστής

    Im Geschäftsleben ehrlich zu sein, wenn die Konkurrenten unehrlich sind, kostet Mut.

    Απαιτείται θάρρος για να είναι κανείς έντιμος στο επάγγελμα, όταν οι συναγωνισταί του είναι ανέντιμοι.

  • αντίζηλος

    Adjective Noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konkurrent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konkurrent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη