Μετάφραση του "konsum" σε Ελληνικά

Οι ανάλωση, κατανάλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konsum" σε Ελληνικά.

Konsum noun masculine γραμματική

Das Ausgeben von Geld zum Überleben oder für den Genuss, im Gegensatz zu Vorsorge für die Zukunft oder Produktion.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάλωση

    noun

    Der letzte Verbrauch (Konsum) der privaten Haushalte verringert sich um die nunmehr als Vorleistungen klassifizierten Aufwendungen.

    Η τελική κατανάλωση των νοικοκυριών μειώνεται κατά το ποσό των δαπανών που αναταξινομούνται στην ενδιάμεση ανάλωση.

  • κατανάλωση

    noun feminine

    Es besteht kein Anlass, die Produkte selbst oder einen moderaten Konsum zu verteufeln.

    Δεν υπάρχει λόγος να στιγματίζουμε τους ίδιους τους παραγωγούς ή την ήπια κατανάλωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konsum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konsum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη