Μετάφραση του "konzentration" σε Ελληνικά

Οι εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων, συγκέντρωση, εμπλουτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konzentration" σε Ελληνικά.

konzentration
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konzentration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Konzentration noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκέντρωση

    noun feminine

    Salzwasser ist Wasser, das eine hohe Konzentration an gelösten Salzen aufweist.

    Αλμυρά ύδατα είναι ύδατα που περιέχουν σημαντική συγκέντρωση διαλυμένων αλάτων.

  • εμπλουτισμός

    Herkunft der am Gewinnungsort anfallenden Abfälle und abfallproduzierender Prozess (wie Aufsuchen, Gewinnen, Mahlen und Konzentration

    προέλευση των αποβλήτων στον τόπο εξόρυξης και διεργασία σχηματισμού των αποβλήτων, όπως αναζήτηση, εξόρυξη, λειοτρίβηση, εμπλουτισμός

  • αυτοσυγκέντρωση

    feminine

    Er will dich mit seiner Arbeit begeistern und braucht volle Konzentration.

    Θέλει να σ'εντυπωσιάσει με την ηθοποιία του και χρειάζεται απόλυτη αυτοσυγκέντρωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μυαλό
    • Εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων

Φράσεις παρόμοιες με "konzentration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konzentration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη