Μετάφραση του "kopflos" σε Ελληνικά

Οι ακέφαλος, απερίσκεπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kopflos" σε Ελληνικά.

kopflos Adjective γραμματική

Ohne Kopf. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακέφαλος

    adjective masculine

    Ohne Kopf. [..]

    Währenddessen brach ein kopfloser Mutant ein und stahl ein Paket.

    Την ώρα που ήμουν έξω, ένας ακέφαλος μεταλλαγμένος μου έκλεψε το πακέτο.

  • απερίσκεπτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kopflos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kopflos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη