Μετάφραση του "korrosiv" σε Ελληνικά

Το διαβρωτικός είναι η μετάφραση του "korrosiv" σε Ελληνικά.

korrosiv adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβρωτικός

    adjective

    Stoffe oder Gemische, die als korrosiv gegenüber Metallen, aber nicht als hautätzend oder schwer augenschädigend (Kategorie 1) eingestuft wurden.“

    ουσίες ή μείγματα που ταξινομούνται ως διαβρωτικά μετάλλων, αλλά δεν ταξινομούνται ως υπεύθυνα για τη διάβρωση του δέρματος ή για σοβαρή οφθαλμική βλάβη (κατηγορία 1)».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korrosiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korrosiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη