Μετάφραση του "krank" σε Ελληνικά

Οι άρρωστος, ασθενής, αδιάθετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krank" σε Ελληνικά.

krank adjective γραμματική

siech (veraltet oder landschaftlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρρωστος

    adjective masculine

    Αυτός του οποίου η υγεία έχει μεταβληθεί.

    Nicht nur Jim, sondern auch seine Eltern sind krank.

    Δεν είναι μόνο ο Τζίμ άρρωστος αλλά και οι γονείς του.

  • ασθενής

    adjective noun masculine

    επίθετο [..]

    Auch wenn Joas überlebte, war er ein gebrochener, kranker Mann.

    Μολονότι ο Ιωάς επέζησε, είχε συντριφτεί και ήταν ασθενής.

  • αδιάθετος

    adjective

    Nach Ihrer Behandlung fühlen Sie sich vielleicht etwas krank.

    Μπορεί να αισθάνεστε λίγο αδιάθετος, μετά το φάρμακο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρρωστημένος
    • χαλασμένος
    • άρρωστη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krank " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "krank"

Φράσεις παρόμοιες με "krank" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krank" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη