Μετάφραση του "krankhaft" σε Ελληνικά
Οι αρρωστημένος, νοσηρός, παθολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krankhaft" σε Ελληνικά.
krankhaft
Adjective
adjective
γραμματική
-
αρρωστημένος
Ist ein homosexueller Lebensstil wirklich als krankhaft und widernatürlich zu bezeichnen?
Είναι πράγματι αυτός ο τρόπος ζωής αρρωστημένος και διεστραμμένος;
-
νοσηρός
Doch eine gefährliche Minderheit hat diese krankhafte Neigung.
Όμως υπάρχει μια επικίνδυνη μειονότητα που έχει αυτή τη νοσηρή τάση.
-
παθολογικός
Wahrscheinlich ist er krankhaft.
Το πιο πιθανό είναι να είναι παθολογικός ψεύτης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " krankhaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "krankhaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παθολογικά ζηλιάρης _ αρρωστημένα ζηλιάρης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη