Μετάφραση του "kryptisch" σε Ελληνικά

Οι κρύπτoς, κρυπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kryptisch" σε Ελληνικά.

kryptisch adjective γραμματική

wischiwaschi (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρύπτoς

  • κρυπτικός

    masculine

    Das war gerade eine ziemlich geschmackvolle und kryptische Abfuhr.

    Αυτή ήταν μία πολύ δεικτική και κρυπτική απόκρουση εκεί πέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kryptisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kryptisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη