Μετάφραση του "kulinarisch" σε Ελληνικά

Οι μαγειρικός, εδεσματολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kulinarisch" σε Ελληνικά.

kulinarisch Adjective γραμματική

Beim Kochen benutzt, oder damit in Verbindung stehend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρικός

    adjective masculine

    Ich prahle nicht gerne, aber ich habe eine umfangreiche, kulinarische Ausbildung.

    Δεν συνηθίζω να κομπάζω, όμως έχω πραγματικά μεγάλη εκπαίδεθση στην μαγειρική.

  • εδεσματολογικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kulinarisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kulinarisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kulinarisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη