Μετάφραση του "kumuliert" σε Ελληνικά
Το συνολικός είναι η μετάφραση του "kumuliert" σε Ελληνικά.
kumuliert
verb
-
συνολικός
— kumulierte Lenkzeit des zweiten Fahrers für den aktuellen Arbeitstag.
— ο συνολικός χρόνος οδήγησης του συνοδηγού για την τρέχουσα περίοδο ημερήσιας εργασίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kumuliert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kumuliert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσσωρεύω · σωρεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη