Μετάφραση του "kusine" σε Ελληνικά
Οι ξαδέλφη, ξαδέρφη, εξάδελφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kusine" σε Ελληνικά.
Kusine
noun
Noun
feminine
γραμματική
Die Tochter des Onkels oder der Tante einer Person.
-
ξαδέλφη
noun feminineOder die Kusine, zu der man sich hingezogen fühlt.
Ή αυτή η ξαδέλφη για την οποία τρέφεις περίεργα αισθήματα.
-
ξαδέρφη
noun feminineΗ κόρη του θείου ή της θείας κάποιου.
Er bleibt bei meiner Kusine, bis alles vorbei ist.
Τον πήγα στην ξαδέρφη μου μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση.
-
εξάδελφος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξάδελφος
- ξάδερφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kusine " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη