Μετάφραση του "langfristig" σε Ελληνικά
Το μακροπρόθεσμος είναι η μετάφραση του "langfristig" σε Ελληνικά.
langfristig
adjective
γραμματική
-
μακροπρόθεσμος
AdjectiveGrößere regulatorische Vereinfachungen sollten ein mittel- bis langfristiges Ziel sein.
Ο μεσοπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος στόχος θα πρέπει να είναι οι σημαντικές οι μείζονος σημασίας ρυθμιστικές απλουστεύσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " langfristig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "langfristig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βλέπω μακροπρόθεσμα
-
μακροπρόθεσμη πρόβλεψη
-
μακροπρόθεσμη πίστωση
-
μακροπρόθεσμο ομόλογο
-
μακροπρόθεσμος στόχος
-
μακροπρόθεσμη κατάθεση
-
μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις
-
μακροπρόθεσμο κεφάλαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη