Μετάφραση του "langfristig" σε Ελληνικά

Το μακροπρόθεσμος είναι η μετάφραση του "langfristig" σε Ελληνικά.

langfristig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακροπρόθεσμος

    Adjective

    Größere regulatorische Vereinfachungen sollten ein mittel- bis langfristiges Ziel sein.

    Ο μεσοπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος στόχος θα πρέπει να είναι οι σημαντικές οι μείζονος σημασίας ρυθμιστικές απλουστεύσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " langfristig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "langfristig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "langfristig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη