Μετάφραση του "langwierig" σε Ελληνικά

Οι μακροχρόνιος, μακροχρόνιος _ ταλαιπωρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "langwierig" σε Ελληνικά.

langwierig adjective γραμματική

chronisch (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακροχρόνιος

    Die schwerwiegendsten Wirkungen können eine langwierige medizinische Behandlung erforderlich machen.

    Οι πιο σοβαρές επιπτώσεις μπορεί να απαιτούν μακροχρόνια ιατρική περίθαλψη.

  • μακροχρόνιος _ ταλαιπωρία

    Eine Insolvenz ist: 1. SEHR TEUER und 2. LANGWIERIGER PROZESS

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " langwierig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "langwierig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "langwierig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη