Μετάφραση του "launenhaft" σε Ελληνικά

Το κυκλοθυμικός είναι η μετάφραση του "launenhaft" σε Ελληνικά.

launenhaft adjective γραμματική

durch den Wind (sein) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυκλοθυμικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " launenhaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "launenhaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη