Μετάφραση του "laut" σε Ελληνικά

Οι δυνατός, θορυβώδης, δυνατά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laut" σε Ελληνικά.

laut adjective adposition γραμματική

(...) nach zu urteilen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυνατός

    adjective masculine

    μεγάλης έντασης

    Möchtest du, dass ich dir das laut vorlese?

    Θέλεις να σου το διαβάσω δυνατά;

  • θορυβώδης

    adjective masculine

    Man kann leicht vergessen, wie laut die Welt sonst war.

    Εύκολο να ξεχάσεις πόσο θορυβώδης ήταν ο κόσμος.

  • δυνατά

    adverb

    Möchtest du, dass ich dir das laut vorlese?

    Θέλεις να σου το διαβάσω δυνατά;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατά
    • ηχηρός
    • σύμφωνα με
    • φωναχτός
    • φωναχτά
    • μεγαλοφώνως
    • βροντώδης
    • βροντερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Laut noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήχος

    noun masculine

    Es waren Laute, wie man sie hier bisher nie gehört hatte.

    Ήταν ένας ήχος πρωτάκουστος σ'αυτά τα μέρη τής ζούγκλας.

  • φθόγγος

    noun

    Die fehlenden Laute sind aber erforderlich, um zu verstehen, was gemeint ist.

    Πράγματι, αυτοί οι φθόγγοι που λείπουν είναι απαραίτητοι για να καταλάβετε το νόημα.

  • κραυγή

    noun feminine

    Danach sollt ihr ganz lange in die Hörner blasen und alle in ein lautes Kriegsgeschrei ausbrechen.

    Έπειτα, σαλπίστε παρατεταμένα με τα κέρατα και πες σε όλους να βγάλουν μεγάλη πολεμική κραυγή.

  • τιτίβισμα

    noun neuter

Φράσεις παρόμοιες με "laut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη