Μετάφραση του "leben" σε Ελληνικά

Οι ζω, μένω, κατοικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leben" σε Ελληνικά.

leben verb γραμματική

sein Leben (einer Sache) weihen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζω

    verb

    Είμαι ζωντανός, κάνω τη ζωή μου.

    Wir leben nicht um zu essen, sondern essen um zu leben.

    Δεν ζούμε για να τρώμε, παρά τρώμε για να ζούμε.

  • μένω

    verb

    Tom hat einen Freund, der ist Boston lebt.

    Ο Τομ έχει έναν φίλο που μένει στη Βοστώνη.

  • κατοικώ

    verb

    Ich bin 1982 in Athen geboren, wo ich auch heute noch lebe.

    Γεννήθηκα το 1982 στην Αθήνα, όπου και κατοικώ ακόμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβιώνω
    • βιώνω
    • διαμένω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Leben noun neuter γραμματική

Ein durch Fähigkeit zu Stoffwechsel, Wachstum, Reizreaktion und Fortpflanzung gekennzeichneter Zustand. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωή

    noun feminine

    χαρακτηριστικό που διακρίνει αντικείμενα που έχουν σηματοδότηση και αυτοδιατηρούμενες λειτουργίες από αυτά που δεν έχουν

    Ich kann mir kein Leben ohne euch vorstellen.

    Δε μπορώ να φανταστώ τη ζωή χωρίς εσάς.

  • βίος

    noun masculine

    Ich werde dich lieben für den Rest meines Lebens.

    Θα σε αγαπώ για το υπόλοιπον του βίου μου.

  • Ζωή

    proper

    Das Leben und der Tod sind die zwei Seiten einer Münze.

    Ζωή και θάνατος είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβίωση
    • ζην
    • ζωηρότητα
    • ζωντάνια
    • πλάση
    • ζήση

Εικόνες με "leben"

Φράσεις παρόμοιες με "leben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη