Μετάφραση του "lebhaft" σε Ελληνικά

Οι ζωηρός, ζωντανός, παραστατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lebhaft" σε Ελληνικά.

lebhaft adjective γραμματική

rührig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωηρός

    adjective masculine

    Vielleicht seid ihr nicht von sehr munterer oder lebhafter Art.

    Ίσως δεν είσθε εσείς εκδηλωτικός και ζωηρός τύπος.

  • ζωντανός

    adjective masculine

    Und versuch doch, etwas lebhafter zu sein.

    Και πραγματικά προσπάθησε να είσαι λίγο πιο ζωντανός.

  • παραστατικός

    Das Bibelbuch 1. Könige führt uns lebhaft vor Augen, wie wahr dieser Spruch ist.

    (Παροιμίες 29:2) Το Γραφικό βιβλίο Πρώτο Βασιλέων δείχνει παραστατικά πόσο αληθινή είναι αυτή η παροιμία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lebhaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lebhaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lebhaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη