Μετάφραση του "lediglich" σε Ελληνικά

Οι μόνο, αποκλειστικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lediglich" σε Ελληνικά.

lediglich adverb γραμματική

Nicht mehr als.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνο

    adverb neuter

    Wir wissen lediglich, dass Tom schuldig ist.

    Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ο Τομ είναι ένοχος.

  • αποκλειστικά

    Dies beinhaltet die Erfassung von Daten, die vorher lediglich vierteljährlich erhoben wurden.

    Εν προκειμένω περιλαμβάνεται και η ενσωμάτωση στοιχείων που προηγουμένως συλλέγονταν αποκλειστικά σε τριμηνιαία βάση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lediglich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lediglich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη