Μετάφραση του "leeren" σε Ελληνικά

Οι αδειάζω, εκκενώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leeren" σε Ελληνικά.

leeren verb adjective γραμματική

(sich) leeren [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειάζω

    verb

    Leer machen.

    " Ich leere mein Glas, wenn es voll ist.

    Όταν το ποτήρι μου είναι γεμάτο, το αδειάζω.

  • εκκενώνω

    Verb verb

    Sie haben den Feueralarm angemacht, um das Gebäude zu leeren.

    Έθεσαν σε λειτουργία το συναγερμό πυρκαγιάς για να εκκενώσουν το κτίριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leeren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leeren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leeren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη