Μετάφραση του "leeren" σε Ελληνικά
Οι αδειάζω, εκκενώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leeren" σε Ελληνικά.
leeren
verb
adjective
γραμματική
(sich) leeren [..]
-
αδειάζω
verbLeer machen.
" Ich leere mein Glas, wenn es voll ist.
Όταν το ποτήρι μου είναι γεμάτο, το αδειάζω.
-
εκκενώνω
Verb verbSie haben den Feueralarm angemacht, um das Gebäude zu leeren.
Έθεσαν σε λειτουργία το συναγερμό πυρκαγιάς για να εκκενώσουν το κτίριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leeren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leeren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άδειος · άσπρο · αδειανός · κενός · κούφιος · λευκό
-
με άδεια χέρια
-
κενό σύνολο
-
αδειάζω
-
αδειάζω
-
Απαλοιφή ομάδας
-
κενές υποσχέσεις
-
το σπίτι είναι άδειο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη