Μετάφραση του "leugnen" σε Ελληνικά

Οι αρνούμαι, αρνιέμαι, διαψεύδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leugnen" σε Ελληνικά.

leugnen verb γραμματική

in das Reich der Fabel verweisen (gehoben)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρνούμαι

    verb

    Ich weiß, es ist von mir, leugne es aber ab.

    Ξέρω ότι είναι δικό μου, αλλά το αρνούμαι.

  • αρνιέμαι

    verb

    Viele, von denen man wußte, daß sie es ebenfalls gesehen hatten, leugneten, es gesehen zu haben.

    Πολλοί άλλοι, που ήταν γνωστό ότι είδαν τη σκηνή, αρνήθηκαν να το ομολογήσουν.

  • διαψεύδω

    verb

    Ich erfuhr, dass je vehementer ein Gerücht geleugnet wird, umso öfter stellt es sich als wahr heraus.

    Κι όσο πιο έντονα διαψεύδονται... τόσο πιο αληθινές είναι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leugnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Leugnen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρνηση

    Noun

    Leugnen ist zu erwarten angesichts des reinen Bösen.

    Η άρνηση είναι αναμενόμενη απέναντι στο πρόσωπο του απόλυτου κακού.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leugnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη