Μετάφραση του "licht" σε Ελληνικά
Οι φωτεινός, αίθριος, αραιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licht" σε Ελληνικά.
strahlend (hell)
-
φωτεινός
adjective αρσενικόςEin einzelner lichter Moment, in einer ansonsten dunklen Zeit.
Μία και μοναδική φωτεινή στιγμή, σε μία κατά τ'άλλα σκοτεινή περίοδο.
-
αίθριος
adjective -
αραιός
adjective -
ελεύθερος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Alles, egal ob natürlich oder künstlich, was Licht produziert. [..]
-
φως
noun neuterElektromagnetische Strahlung, die mit den Augen wahrgenommen werden kann. [..]
Ich habe das Licht nicht ausgemacht.
Δεν έκλεισα το φως.
-
κερί
noun neuterEin Licht ins Fenster für ja, zwei für nein.
Βάλτε ένα κερί στο παράθυρο αν είναι " ναι " και δύο αν είναι " όχι ".
-
πρίσμα
nounDas liegt an der vielschichtigen, prismenähnlichen Struktur des Fibroins, durch die Licht gebrochen wird.
Αυτό οφείλεται στη δομή της φιβροΐνης, που αποτελείται από πολλά στρώματα και λειτουργεί σαν πρίσμα, διαχέοντας το φως.
Εικόνες με "licht"
Φράσεις παρόμοιες με "licht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πέφτει η αυλαία
-
το φως είναι αναμμένο
-
φεγγίτης
-
σβήσε το φως!
-
εκτυφλωτικό φως
-
φέρνω στο φως
-
φέρνω στο φως
-
τεχνητό φως