Μετάφραση του "licht" σε Ελληνικά

Οι φωτεινός, αίθριος, αραιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licht" σε Ελληνικά.

licht Adjective adjective γραμματική

strahlend (hell)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτεινός

    adjective αρσενικός

    Ein einzelner lichter Moment, in einer ansonsten dunklen Zeit.

    Μία και μοναδική φωτεινή στιγμή, σε μία κατά τ'άλλα σκοτεινή περίοδο.

  • αίθριος

    adjective
  • αραιός

    adjective
  • ελεύθερος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Licht noun neuter γραμματική

Alles, egal ob natürlich oder künstlich, was Licht produziert. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φως

    noun neuter

    Elektromagnetische Strahlung, die mit den Augen wahrgenommen werden kann. [..]

    Ich habe das Licht nicht ausgemacht.

    Δεν έκλεισα το φως.

  • κερί

    noun neuter

    Ein Licht ins Fenster für ja, zwei für nein.

    Βάλτε ένα κερί στο παράθυρο αν είναι " ναι " και δύο αν είναι " όχι ".

  • πρίσμα

    noun

    Das liegt an der vielschichtigen, prismenähnlichen Struktur des Fibroins, durch die Licht gebrochen wird.

    Αυτό οφείλεται στη δομή της φιβροΐνης, που αποτελείται από πολλά στρώματα και λειτουργεί σαν πρίσμα, διαχέοντας το φως.

Εικόνες με "licht"

Φράσεις παρόμοιες με "licht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη