Μετάφραση του "limit" σε Ελληνικά

Οι όριο, όριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limit" σε Ελληνικά.

limit
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όριο

    noun neuter

    Die Quantifizierungsgrenze (‚limit of quantification; LOQ‘) sollte ebenfalls spezifiziert werden.

    Θα πρέπει επίσης να προσδιορίζεται και το όριο του ποσοτικού προσδιορισμού (LOQ).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Limit noun Noun neuter γραμματική

Der Punkt, Rand oder Linie, über den/die etwas nicht hinausgehen kann. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όριο

    noun neuter

    das Limit (e)

    Ein erstmalig gesetztes bilaterales oder multilaterales Limit wird erst am nächsten Geschäftstag wirksam.

    Ο καθορισμός νέου διμερούς ή πολυμερούς ορίου τίθεται σε ισχύ από την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Φράσεις παρόμοιες με "limit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη