Μετάφραση του "linear" σε Ελληνικά

Οι γραμμικός, σταθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linear" σε Ελληνικά.

linear γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμικός

    Adjective

    Zwischen den berechneten spezifischen Punkten ist eine lineare Interpolation vorzunehmen.

    Χρησιμοποιείται γραμμική παρεμβολή μεταξύ των συγκεκριμένων σημείων υπολογισμού.

  • σταθερός

    adjective

    Kann dieser Verlauf nicht verlässlich bestimmt werden, ist die lineare Abschreibungsmethode anzuwenden.

    Αν αυτός ο ρυθμός δεν μπορεί να καθοριστεί αξιόπιστα, η σταθερή μέθοδος θα χρησιμοποιείται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linear " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "linear" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linear" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη