Μετάφραση του "liquidierung" σε Ελληνικά

Οι εκκαθάριση, ρευστοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquidierung" σε Ελληνικά.

Liquidierung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκαθάριση

    Im Fall einer Liquidierung kann ein Fonds häufig sein eingesetztes Geld zurückerlangen - und mehr.

    Ένας οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων συχνά αντλεί κέρδος από μια εκκαθάριση.

  • ρευστοποίηση

    Sie sind frei übertragbar, nicht regulatorisch eingeschränkt, und es bestehen keine Forderungen Dritter, die einer Liquidierung entgegen stehen.

    είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμα και χωρίς τυχόν κανονιστικούς ή νομικούς περιορισμούς ή απαιτήσεις τρίτων που διακυβεύουν τη ρευστοποίηση·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liquidierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liquidierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη