Μετάφραση του "lizenzieren" σε Ελληνικά

Οι αδειοδοτώ, δίνω άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lizenzieren" σε Ελληνικά.

lizenzieren verb γραμματική

sanktionieren (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειοδοτώ

  • δίνω άδεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lizenzieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lizenzieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη