Μετάφραση του "macht" σε Ελληνικά

Οι εξουσία, δύναμη, επιρροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "macht" σε Ελληνικά.

macht verb

3. Person Singular Präsens des Verbs "machen".

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξουσία

    noun feminine

    Es steht danach also im Ermessen der Mitgliedstaaten, von der Option Gebrauch zu machen, die die Richtlinie eröffnet.

    Συνεπώς, ανήκει στην εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα επιλογής που παρέχει η οδηγία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " macht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Macht noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    „Das würde die Kriege unmöglich machen“, schrieb er.

    «Αυτή θα ήταν μια δύναμη που θα κατέστελλε τον πόλεμο», έγραψε.

  • επιρροή

    noun feminine

    Falls etwas die Auswirkungen des roten Kryptonits rückgängig machen kann, dann sollte es das hier.

    Αν κάτι μπορεί να αντιστρέψει την επιρροή του κόκκινου κρυπτονίτη, είναι αυτό.

  • Δύναμη

    feminine

    „Das würde die Kriege unmöglich machen“, schrieb er.

    «Αυτή θα ήταν μια δύναμη που θα κατέστελλε τον πόλεμο», έγραψε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εξουσία
    • εξουσία

Φράσεις παρόμοιες με "macht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "macht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη