Μετάφραση του "magnetisch" σε Ελληνικά
Οι μαγνητικός, μαγνητική, μαγνητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "magnetisch" σε Ελληνικά.
magnetisch
adjective
γραμματική
Die Eigenschaften eines Magneten habend; d. h. Eisen oder Stahl anziehend.
-
μαγνητικός
adjective masculine -
μαγνητική
adjective feminineBei einigen Ausführungen wird der Zündhammer magnetisch angetrieben.
Σε μερικά προϊόντα ο κολαφιστήρας ωθείται από μαγνητική δύναμη.
-
μαγνητικό
adjective neuterSoweit ich weiß, waren Stein und Holz nicht magnetisch geladen.
Απ'όσο ξέρω η πέτρα και το ξύλο δεν έχουν μαγνητικό φορτίο.
-
σαγηνευτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " magnetisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη