Μετάφραση του "makellos" σε Ελληνικά

Οι άψογος, άσπιλος, τέλειος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makellos" σε Ελληνικά.

makellos adjective γραμματική

jungfräulich (fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άψογος

    adjective masculine

    4 Unter Lauterkeit ist zu verstehen, dass jemand rechtschaffen, untadelig, gerecht und makellos ist.

    4 Η ακεραιότητα μεταδίδει την έννοια του να είναι κάποιος ευθύς, άμεμπτος, δίκαιος και άψογος.

  • άσπιλος

    adjective masculine
  • τέλειος

    adjective masculine

    Der tenebische Amethyst, um den es geht, war makellos.

    Ο αμέθυστος που πιστεύουν ότι έκλεψα ήταν τέλειος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσπρο
    • αψεγάδιαστος
    • λευκό
    • αγνός
    • παρθένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makellos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makellos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη