Μετάφραση του "mangel" σε Ελληνικά

Οι μειονέκτημα, έλλειψη, απουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mangel" σε Ελληνικά.

mangel verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειονέκτημα

    noun neuter

    Die Einstromoption weist dagegen gravierende Mängel auf, die kurzfristig nicht zu beheben sind.

    Από την άλλη πλευρά, η μέθοδος της μονής ροής παρουσιάζει σημαντικά μειονεκτήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν βραχυπρόθεσμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mangel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mangel noun masculine feminine γραμματική

Mangel (an) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    der Mangel

    Gleichzeitig darf man nicht vergessen, daß Fehlernährung nicht immer auf einen Mangel an Nahrung zurückzuführen ist.

    Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι ο υποσιτισμός δεν οφείλεται πάντοτε στην έλλειψη τροφίμων.

  • απουσία

    noun feminine

    Die mangelnde Transparenz der Parteienfinanzierung und der Umfang der Immunität stellen nach wie vor erhebliche Mängel dar.

    Η απουσία διαφάνειας της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και η εμβέλεια των ασυλιών εξακολουθούν να συνιστούν σημαντικές αδυναμίες.

  • ελάττωμα

    noun neuter

    Die Mängelbeseitigungsmaßnahmen gelten für alle Fahrzeuge, die denselben Mangel aufweisen könnten.

    Τα διορθωτικά μέτρα εφαρμόζονται σε όλα τα οχήματα που ενδέχεται να παρουσιάσουν το ίδιο ελάττωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έλλειμμα
    • ένδεια
    • ανεπάρκεια
    • ατέλεια
    • μειονέκτημα
    • ελαχιστότητα
    • ζημία
    • σπάνις
    • σπάνις, έλλειψη, στενότητα
    • σπανιότητα
    • στενότητα

Εικόνες με "mangel"

Φράσεις παρόμοιες με "mangel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mangel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη