Μετάφραση του "melken" σε Ελληνικά

Οι αρμέγω, αμέλγω, απομυζώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "melken" σε Ελληνικά.

melken Verb γραμματική

melken (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρμέγω

    verb

    Milch von einem Säugetier, besonders einer Kuh, entnehmen.

    Da fällt mir ein, ich kann gar nicht melken.

    Σωστά, δεν ξέρω πώς να αρμέγω το γάλα της αγελάδας.

  • αμέλγω

    verb
  • απομυζώ

    verb
  • αποσπώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " melken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Melken
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρμεγμα

    Der Filter ist auf jeden Fall vor dem Melken zu wechseln oder zu reinigen.

    Το φίλτρο πρέπει να αλλάζεται και να καθαρίζεται οπωσδήποτε πριν από κάθε άρμεγμα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "melken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη