Μετάφραση του "mieten" σε Ελληνικά

Οι ενοικιάζω, νοικιάζω, μισθώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mieten" σε Ελληνικά.

mieten verb γραμματική

mieten (Schiff oder Flugzeug) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοικιάζω

    verb

    Sie brauchten Geld, um einen Saal zu mieten.

    Χρειάζονταν λίγα χρήματα για να ενοικιάσουν ένα δωμάτιο.

  • νοικιάζω

    verb

    Bis auf die Krawatte, die Aktentasche und die Tatsache, dass ich ein Auto mieten.

    Εκτός απ'τη γραβάτα, την τσάντα και το ότι μπορώ να νοικιάζω αμάξι.

  • μισθώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγκαζάρω
    • ενοίκιο
    • ενοικίαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mieten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mieten noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοικίαση

    noun

    Durch ihre Arbeit wurde die Miete für die Einrichtungen abgegolten.

    Η εργασία τους υπολογίστηκε ως πληρωμή για την ενοικίαση των εγκαταστάσεων.

  • μίσθωση

    Unter diesem Posten veranschlagt sind Mittel für die Miete von Mobiliar.

    Η θέση αυτή προορίζεται να καλύψει τη μίσθωση επίπλων.

Φράσεις παρόμοιες με "mieten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • το ενοίκιο είναι 700 ευρώ χωρίς θέρμανση
  • νοικιάζω
  • ενοίκιο · εωοικίαση · μίσθωμα · μίσθωση · νοίκι
  • χαμηλό ενοίκιο
  • ενοίκιο · εωοικίαση · μίσθωμα · μίσθωση · νοίκι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mieten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη